Το όνομα Ρωμηός και η ιστορική του σημασία

του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών

Πηγή: Βιβλίο τού π. Γ. Δ. Μεταλληνού: «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;» σελ. 247 – 267.

Αδιάσειστα ντοκουμέντα εναντίον όσων αρνούνται να αποδεχθούν το όνομα «Ρωμιός» ως γνήσια Εθνικό μας όνομα, και συκοφαντούν τη Ρωμανία ως «Βυζάντιο», συνεχίζοντας να παίζουν το παιχνίδι τών εχθρών τού έθνους μας. Το όνομα «Ρωμηός» δεν είναι παρά μια παραλλαγή τού «Ρωμαίος», η οποία βρίσκεται σε χρήση τουλάχιστον από τον 17ο αιώνα, που εκφράζει την πολιτισμική και κρατική ενότητα τών Ορθόδοξων λαών τής Ρωμανίας. Χρησιμοποιούμε το «Ρωμηός» περισσότερο από το «Ρωμαίος», όχι επειδή υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά, αλλά επειδή βρίσκεται χρονικά κοντύτερα σ’ εμάς και ο λαός μας το έχει συνηθίσει.

Οι Νεοπαγανιστές πολεμούν με μανία το όνομα «Ρωμηός» (= Ρωμαίος Ρωμαίος Ρωμηός) και την ιστορική του χρήση από εμάς τους Ορθοδόξους. Το πολεμούν δε, ακριβώς, διότι συνδέεται με την ορθοδοξο-πατερική παράδοση μας και χαρακτηρίζει τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Έχω υπόψη μου, μεταξύ πολλών αντιρωμαίικων άρθρων, ένα σημείωμα του Δαυλού (αρ. 157, Ιανουάριος 1995, σ. 9308), υπογραφόμενο «Ο Μεταπολιτικός». Ο συντάκτης του άρθρου τονίζει με πάθος την κατ’ αυτόν «αντίθεση» των όρων Έλλην και Ρωμιός. («Έλληνας σημαίνει ελεύθερος [… ] από κάθε είδους δογματισμό, θρησκευτικό ή πολιτικό» — «Ρωμιός είναι ο ελληνόφωνος Χριστιανός του Ρωμαϊκού κράτους», (που) «πιστεύει, ότι ο ένας Θεός εκφράζεται από μία μόνο έννοια στη ζωή, την εβραϊκή» (και που) «έκαιγε στον Ιππόδρομο της Νέας Ρώμης Κωνσταντινούπολης τους αντιφρονούντες, τους αιρετικούς»). (Βέβαια, αν αυτή είναι η ιστορική αλήθεια δεν ενδιαφέρει τον «Μεταπολιτικό», που τροφοδοτεί με «σκύβαλα» (Φιλιπ. 3,8) τους αναγνώστες του). Ενδιαφέρον, για την φαινομενικά ουδέτερη και στην ουσία αντιεκκλησιαστική οπτική του, είναι και το άρθρο (με παραπομπές, πάντα) του φιλολογούντος κ. Μάριου Πλωρίτη, «Περί Ελληνοχριστιανισμού», στην εφημ. Το Βήμα (Κυριακή, 11 Ιουνίου 2000), στο οποίο εδίδετο μια ιστορική αναφορά στην χρήση του όρου Έλλην στην Χριστιανική διαχρονία.

Ποια είναι, λοιπόν, η σημασία των ονομάτων Έλλην και Ρωμηός και ποια η ιστορική τους σχέση και χρήση; Για την γραφή του ονόματος Ρώμη(ι)ος, επεκράτησε μεν σήμερα η γραφή Ρωμιός, υποστηριζόμενη από γλωσσολόγους. Επιμένω όμως στη μορφή Ρωμηός, όπως και ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, διότι το Ρωμηός προέκυψε από πτώση του τόνου στην «Βυζαντινή» δημοτική ποίηση (Ρωμαίοι – Ρωμηοί) χάριν του μέτρου. Αυτή δε την μορφή γνωρίζει και ο ποιητής Γ. Σουρής (Ρωμηός, 29. 12. 1901). Γράφει π. x.:

«κι είπεν ο χρόνος ο παληός,

έλα, καινούριε χρόνε,

να παραλαβής τους Ρωμηούς,

που τους Ρωμηούς των τρώνε.

[… ]

αθάνατο Ρωμαίικο να ζήσης χίλια χρόνια…»

Ο Γ. Σουρής ακολουθεί την (ορθή) ιστορική ορθογραφία. Παραθέτουμε στη συνέχεια δύο σχετιζόμενα με το πρόβλημα κείμενά μας:

Τα ονόματα Έλλην – Γραικός – Ρωμαίος (Ρωμηός)

Για το όνομα Ρωμηός (= Ρωμαίος) υπάρχει μεγάλη σύγχυση, σ’ εκείνους φυσικά που ερασιτεχνικά ασχολούνται με την ιστορία, ενώ όσοι έχουν τις επιστημονικές προϋποθέσεις μπορούν να κατανοήσουν την έννοια και ιστορική σημασία των εθνικών μας ονομάτων.

Το όνομα «Έλλην» είναι το κυριότερο όνομα του έθνους των Ελλήνων. Η έννοιά του όμως ποικίλλει κατά περιόδους και άλλοτε είναι φυλετική και άλλοτε εθνική ή πολιτιστική ή θρησκευτική, στους τελευταίους δε αιώνες καθαρά εθνική. Είναι όμως γεγονός, ότι (κατά τον Αριστοτέλη) αρχαιότερο είναι το όνομα Γραικός για το έθνος μας και με αυτό μας ονόμαζαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι. Από τον 8ο όμως αιώνα (Καρλομάγνος και το περιβάλλον του) το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας («Βυζάντιο») ονομαζόταν Γραικία και οι κάτοικοί της Γραικοί, αλλά με μειωτική έννοια (αιρετικοί και κίβδηλοι). Το υβριστικό αυτό υπόβαθρο διατήρησε το όνομα αυτό στα χείλη των δυτικών, ως τον αιώνα μας. Ενώ, λοιπόν, καυχώμεθα και για το όνομα μας αυτό (Γραικοί), όταν χρησιμοποιείται σε δυτικά κείμενα (παλαιότερα), πρέπει να γνωρίζουμε την αληθινή του σημασία.

Το όνομα Γραικός στη Δύση, από τον 8ο αιώνα, δηλώνει τον μη γνήσιο Ρωμαίο, διότι το όνομα Ρωμαίος διεκδικούσε ο φραγκολατινικός κόσμος. Το 962 ιδρύθηκε από τους απογόνους του Καρλομάγνου, του μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, η «Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους», υποκαθιστώντας (θεωρητικά) την Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως. Η Ενωμένη Ευρώπη, υπό την (πραγματική) ηγεσία της Γαλλίας (Φραγκιάς) και της Γερμανίας (Τευτονίας), δηλαδή των φραγκολατινικών εθνοτήτων (οι σημερινοί Άγγλοι είναι οι Νορμανδοφράγκοι και οι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης οι Λομβαρδοφράγκοι), δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη διάλυση της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης – Ρωμανίας. Ρωμανία ονομαζόταν η αυτοκρατορία, που εκτεινόταν αρχικά σ’ Ανατολή και Δύση.

Είναι γεγονός, ότι το όνομα Ρωμαίος γενικεύθηκε στην (αρχαία) Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 212 (Constitutio Antoniniana του Καρακάλλα). Από το 330 όμως (εγκαίνια Νέας Ρώμης) η αυτοκρατορία γίνεται Χριστιανική και ελληνική (πλήρης εξελληνισμός από τον Ιουστινιανό ως τον Ηράκλειο, 6-7ος αι. ). Μη λησμονούμε, ότι και η Παλαιά Ρώμη (της Ιταλίας) έλαβε όνομα ελληνικό (Ρώμη), τον 4ο δε αιώνα π. Χ. Ονομαζόταν «πόλις ελληνίς» (Ηρακλείδης ο Ποντικός). Το 330 η νέα πρωτεύουσα της νέας Χριστιανικής αυτοκρατορίας (Μ. Κωνσταντίνος) ονομάσθηκε (όχι Κωνσταντινούπολη, αλλά) Νέα Ρώμη, διότι η Παλαιά Ρώμη μεταφέρθηκε ολόκληρη στην ελληνική Ανατολή (Translatio Urbis). Το όνομα Κωνσταντινούπολις θα της δοθεί ταυτόχρονα προς τιμήν του ιδρυτού της. Στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (380, κανόνας γ’) και στην Δ΄ (451, καν. 28) λέγεται ρητά, ότι «εικότως» έλαβε η νέα πρωτεύουσα ίσα «πρεσβεία» με την Παλαιά Ρώμη, «δια το είναι αυτήν Νέαν Ρώμην». Γι’ αυτό όλοι οι αυτοκράτορες, Έλληνες εκ καταγωγής στη συντριπτική τους πλειονότητα, ως τον ουσιαστικά Νεοέλληνα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο (+ 1453), θα ονομάζονται και θα αυτοκαλούνται «αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Γιατί;

Από το 330 το όνομα της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης είναι Ρωμανία. Το όνομα αυτό αναφέρεται ήδη τον 4ο αιώνα από το Μ. Αθανάσιο. Το όνομα Βυζάντιο για το κράτος θα εμφανισθεί για πρώτη φορά σε Φράγκους συγγραφείς — Ιερώνυμος Βολφ—το 1562. Πριν από το έτος αυτό ποτέ δεν ονομάσθηκε η αυτοκρατορία Βυζάντιο. Οι κάτοικοι του κράτους ονομάζονται Ρωμαίοι, μολονότι πολιτιστικά είναι όλοι Έλληνες και πνευματικά Ορθόδοξοι. Ελληνισμός ρωμαϊκός κρατικός φορέας και Ορθοδοξία είναι τα συστατικά μεγέθη της Νέας αυτοκρατορίας. Βέβαια, το κύριο στοιχείο της αυτοκρατορίας είναι οι εκ καταγωγής (φυλετικά, δηλαδή) Έλληνες.

Το όνομα Ρωμαίος ήταν λοιπόν κρατικό, σε μία αυτοκρατορία που ήταν πολιτιστικά (γλώσσα, παιδεία) απόλυτα ελληνική, και όχι φυλετικά. Επειδή δε η Κωνσταντινούπολη νέα Ρώμη δια των Αγίων της έγινε προπύργιο της Ορθοδοξίας, το όνομα Ρωμαίος σημαίνει, τελικά, Ορθόδοξος πολίτης της Νέας Ρώμης (Όχι της παλαιάς, που έγινε το κέντρο του Παπισμού από τον 11ο αιώνα -σχίσμα). Αυτό ομολογούν οι Ορθόδοξοι και Έλληνες Πατριάρχες της Ανατολής στον διάλογό τους με τους Αγγλικανούς Ανωμότους τον 18ο αιώνα (1716-1725). «… Πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων». Οι Έλληνες, δηλαδή, μαζί με όλους τους Ορθοδόξους της Εθναρχίας (που ήταν συνέχεια της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας) ονομάζονται εδώ Γραικοί, διότι έτσι μας ονόμαζαν από τον 8ο αιώνα οι ευρωπαίοι (Grec, Grieche, Greco) και Νεορωμαίοι, ως πολίτες και πνευματικά τέκνα της Νέας Ρώμης. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Ν. Σπηλιάδης (στενός συνεργάτης του Καποδίστρια) στα Απομνημονεύματά του λέγει ότι ο Ι. Καποδίστριας ήθελε να δημιουργήσει «Νεορωμαϊκήν αυτοκρατορίαν» (ανακοίνωση καθηγ. Π. Χριστοπούλου), δηλαδή να αναστήσει την Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως, που φυσικά δεν το ενέκρινε η Ευρώπη των απογόνων του Καρλομάγνου.

Το όνομα Ρωμαίος, συνεπώς, αν μέχρι το 330 μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο όνομα δουλείας και υποταγής, από το έτος εκείνο είναι για τους Έλληνες όνομα τιμής και δόξας, αφού μόνο αυτό (και όχι το ανύπαρκτο ως κρατικό, μέχρι το 1562, Βυζάντιο) χαρακτηρίζει την αυτοκρατορία μας και τη θέση μας σ’ αυτήν. Ρωμηά ήταν η Αθηναία Βασίλισσα Ευδοκία (5ος αι. ), Ρωμηά και η (κυβερνώσα) αυτοκράτειρα Ειρήνη, πάλι Αθηναία, τον 8ο αι. Στην Αθήνα ήλθε και ο Ρωμαίος, αλλά Έλληνας Μακεδόνας, Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, για να προσκυνήσει την Παναγία την Αθηνιώτισσα στον Παρθενώνα. Είναι τραγικό, αλήθεια, αυτό που λειτούργησε ιστορικά ως σύνθεση ευεργετική για το Έθνος – Γένος μας, εμείς οι δυτικοθρεμμένοι Νεοέλληνες να το εκλαμβάνουμε ως αντίθεση.

Το όνομα Ρωμαίος όμως φανερώνει την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας. Ρωμαίος σημαίνει τελικά Ορθόδοξος Χριστιανός, ενώ το Έλλην, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά, μπορεί να σημαίνει μόνο τον αρχαιολάτρη τύπου Γεμιστού Πλήθωνος ή και τον Τέκτονα εκδυτικισμένο και φραγκόφιλο. Όταν, συνεπώς, απορρίπτεται ή και πολεμείται το όνομα Ρωμαίος Ρωμηός, πρέπει να ερευνάται και η αιτία, η προέλευση δηλαδή της πολεμικής. Είναι απλώς ανιστόρητη αρχαιολατρία, δυτική επίδραση ή και πολεμική κατά της Ορθοδοξίας;

Ως Ρωμαίοι οι Έλληνες δηλώνουμε τον σύνδεσμο του έθνους μας με την Ορθόδοξη, αγιοπατερική παράδοση και την Ορθόδοξη ταυτότητα μας. Γι’ αυτό έχουμε τη συνείδηση, ότι εθνικά φυλετικά είμασθε Έλληνες ή και Γραικοί (όλα δικά μας είναι) πνευματικά, όμως, δηλαδή στην πίστη μας, είμασθε Ρωμαίοι Ρωμηοί, δηλαδή Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όχι εξωμότες Γραικύλοι και «γενίτσαροι» προς την Οθωμανική Ανατολή (Τουρκιά) ή την αλλοτριωμένη Δύση (Φραγκιά). Όταν οι πατέρες μας στη διάρκεια της δουλείας έλεγαν για κάποιον Έλληνα: ετούρκευσε ή εφράγκευσε, σήμαινε: χάνοντας την Ορθόδοξη πίστη του, έπαυσε να είναι και Έλληνας. Αυτά βέβαια ως τον 19ο αιώνα. Στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, όπως άλλωστε και στο «Βυζάντιο», νομικά, Έλληνας μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα από την καταγωγή του, ως πολίτης του κράτους, προστατευόμενος συνταγματικά — και πολύ ορθά — από τους νόμους.

Βασική Βιβλιογραφία Παν. Κ. Χρήστου, Οι περιπέτειες των Εθνικών Ονομάτων των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1991. Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη Ρωμανία Ρούμελη, Αθήνα 19812. Π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ελληνισμός Μετέωρος, Αθήνα 1992. Του ίδιου, Πολιτική και Θεολογία, Κατερίνη 1990, σ. 51 κ. ε.

Αναχρονολόγηση του όρου «Ρωμηοσύνη»

1. Όσο κι αν κατά τον κριτικότατο αείμνηστο διδάσκαλο μου, καθηγητή Νικόλαο Τωμαδάκη, ο όρος «Ρωμηοσύνη» είναι «νεόπλασμα»[1], εν τούτοις εκφράζει κατά τον αυθεντικότερο και ιστορικά δικαιωμένο τρόπο, το φρόνημα των Ορθοδόξων Πολιτών της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως), αλλά και όλους τους λαούς της γης ή μεμονωμένα άτομα, που έζησαν και ζουν ιστορικά με το φρόνημα αυτό[2]. Ο όρος έχει άμεση σχέση με τα ιστορικά ονόματά μας Ρωμανία και Ρωμαίος (Ρωμηός), που συνδέονται αδιαίρετα με το ιστορικό μέγεθος, που εγκαθιδρύθηκε στην Ιστορία στις 11 Μαΐου 330 μ. Χ., με τα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και όλης της Ευρώπης, της Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης. Όπως ο κοινότατος (και τόσο παρεξηγημένος) σήμερα όρος «Ελληνο-Χριστιανικός» είναι κατασκεύασμα γλωσσικό μόλις του 1852 (Σπυρ. Ζαμπέλιος)[3], αλλά εκφράζει μία μακρά ιστορική πραγματικότητα, έτσι και ο όρος Ρωμηοσύνη (αντίστοιχος όρος: Φραγκοσύνη) είναι μεν νεώτερο γλωσσικό εύρημα, αλλά, μέσα στις κοσμογονικές ανακατατάξεις και μεταπλάσεις του βαλκανικού χώρου στους τελευταίους αιώνες, είναι ο καταλληλότερος, για να εκφράσει το πνευματικό περιεχόμενο, βίωμα και ήθος της «ρωμαίικης» και «μεταρωμαίικης» («βυζαντινής» και «μεταβυζαντινής») περιόδου της ιστορίας του Ελληνισμού, στη στενότερη φυλετική και την ευρύτερη οικουμενική εκδοχή του. Ρωμηοσύνη είναι η Ελληνικότητα στην οικουμενική Ορθόδοξη ιστορική ενσάρκωσή της.

2. Πρόβλημα όμως μόνιμο στην έρευνα συνιστά η ιστορική εμφάνιση του όρου. Βιογραφώντας τον Ληξουριώτη ριζοσπάστη πολιτικό του 19ου αιώνα Γεώργιο Τυπάλδο Ιακωβάτο (1813-1882), ασχοληθήκαμε ειδικά με τον όρο Ρωμηοσύνη και τις πνευματικο-πολιτικές παραμέτρους του[4]. Επισημαίνοντας και μεις την πρώτη (γνωστή ως τότε) χρήση του όρου στο νεανικό του πολύτιμο έργο «Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας», γραμμένο μεταξύ 1831-1837, που εξέδωσε κριτικά ο καθηγητής κ. Σπ. Ασδραχάς[5], προσπαθήσαμε να προσδιορίσουμε και το ιδεολογικό πλαίσιο εμφανίσεως του όρου. Έτσι, στράφηκε η προσοχή μας στην πνευματική επίδραση του πρεσβυτέρου αδελφού του Γεωργίου, Κωνσταντίνου (1795-1867), ιερομόναχου τότε και καθηγητού στην Ιόνιο Ακαδημία, και στον κύκλο του εθνικού μας ποιητού Διονυσίου Σολωμού (1797-1857), στον οποίο διαβάζονταν τα κείμενα των Δημ. Καταρτζή, Π. Χριστοπούλου και Ι. Βηλαρά, στα οποία είναι ευρύτατη η χρήση των συγγενών όρων Ρωμηός και Ρωμανία[6].

Όταν όμως γράφαμε τα παραπάνω (1988), δεν είχε προσελκύσει την προσοχή μας το γνωστό και χρήσιμο και ως ιστορικό κείμενο «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη» του Μπάρμπα Παντζελιού, την τελευταία κριτική έκδοση του οποίον οφείλουμε στον αείμνηστο Βασίλ. Λαούρδα[7]. Την υπόδειξη για τη χρήση του όρου Ρωμηοσύνη στο κείμενο αυτό, δηλαδή ήδη το έτος 1786[8], οφείλουμε ευγνωμόνως στον αγαπητό και εκλεκτό συνερευνητή της ιστορίας του «Ρωμαίικου», Ιστορικό Κριτικό και Λογοτέχνη, κ. Κώστα Σαρδελή.

3. Το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη» χρησιμοποιεί τον όρο «Ρωμιός -ιοί», στην ιστορικά καθιερωμένη χρήση του. Π.χ.:

στ. 56: «ουλ’ οι Ρωμιοί θα σηκωθούν και την Τουρκιά θα φάσι» (παράβαλλε στ. 76, 100, 740).

Επίσης τον όρο «Ρούμελη».

στ. 78: «πως εσηκώθηκ’ η Βλαχιά, κι η Ρούμελη κι η Μάνη» (Ρούμελη = η Στερεά Ελλάδα), σ’ αντίθεση με την «Τουρκιά» (στ. 121, 144 κ. ά.).

Σ’ αυτό το πλαίσιο χρησιμοποιείται και ο όρος «Ρωμηοσύνη», και μάλιστα σε αναφορά προς το αναμενόμενο ελεύθερο Γένος, στα ακόλουθα σημεία:

στ. 10: Ο Δασκαλογιάννης «με την καρδιά τουν ήθελε την Κρήτη Ρωμιοσύνη… ».

Το νόημα του όρου προσδιορίζεται σαφώς από τους επόμενους στίχους:

11-16: «Κάθε Λαμπρή και Κυριακή ήβανε το καπέλλο

και του Πρωτόπαπά ‘λεγε: Το Μόσκοβο θα φέρω

να τα συντράμει τα Σφακιά τσοι Τούρκους να ζυγώξου

και για την Κόκκινη Μηλιά δρόμο να τώνε δώσου

Μα κι οποίοι τωνεθέλουσι στην Κρήτη ν’ απομείνου

Σταυρό να προσκυνήσουσι και χρισθιανοί να γίνου».

στ. 108: «τση Ρωμιοσύνης τον οχτρό ούλοι να πολεμούσι…»

στ. 980-81: «Μα δίχως να την κάμουσι την Κρήτη Ρωμιοσύνη

να τα ξεβγάλουν τα Σφακιά δεν ήτο δικιοσύνη… »

4. Το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη» μας επιτρέπει, συνεπώς, να διαπιστώσουμε χρήση του όρου, και μάλιστα με άνεση, που δείχνει εξοικείωση μαζί του και μακρά παρουσία του στο ευρύτερο λαϊκό λεξιλόγιο, πενήντα περίπου χρόνια πριν από τον Γ. Ιακωβάτο. Κυκλοφορούσε, μάλιστα, ο όρος στο στόμα του Λαού, που με απόλυτο σεβασμό, όπως δείχνει η δημοτική μας ποίηση, χρησιμοποιεί τους καθιερωμένους όρους, χωρίς τον βιασμό που συνήθως επιβάλλουν στη χρήση τους οι λόγιοι, υποκείμενοι στις οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ή ιδεολογικές σκοπιμότητές τους. Η διάσωση λ. χ. του όρου Ρωμανία, που από τον δ΄ αιώνα δηλώνει το όνομα της εκχριστιανισμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[9], γίνεται στο στόμα του λαού (ποίηση π.χ. Πόντου, Κύπρου κ.λπ.), ενώ η λογιοσύνη άκριτα και δουλικά δέχθηκε τους όρους «Βυζάντιο» (και «Βυζαντινή αυτοκρατορία»), που μόλις το 1562 για πρώτη φορά εφευρέθηκαν από δυτικούς συγγραφείς (Ιερεμίας Βολφ) για την εγκατάλειψη από τον Ελληνισμό του ονόματος της αυτοκρατορίας του και την ιδιοποίησή του από τη Δύση.

5. Είμαι γι’ αυτό ευγνώμων στον φίλτατο κ. Κ. Σαρδελή, διότι τώρα μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια ανανεωμένα συμπεράσματα:

α) Ο όρος «Ρωμηοσύνη » είναι πολύ παλαιότερος απ’ όσο φανταζόμεθα προηγουμένως. Από τη δεκαετία του 1830 κατεβαίνουμε στη δεκαετία του 1780 και, γιατί όχι, και προ του 1770, εποχή, την οποία εξιστορεί ο Μπάρμπα Πατζελιός, ο οποίος με κάθε άνεση παραδίδει τον όρο. Αν ο όρος πλάσθηκε στην Κρήτη, δεν μπορεί να υποστηριχθεί αυτή τη στιγμή.

β) Η κυκλοφορία του όρου στο στόμα του λαού, ανεξάρτητα από την πρώτη εμφάνιση του, φανερώνει βαθύ ρίζωμά του στην ευρεία λαϊκή Κρητική συνείδηση, που μένει πιστότερα εξαρτημένη από τη ρωμαίικη παράδοση του Γένους.

γ) Είμαστε υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουμε πια θέσεις, όπως εκείνες του σοφού κατά τα άλλα και πολυΐστορος Νικ. Τωμαδάκη. Ότι δηλαδή ο όρος «Ρωμιοσύνη» είναι «νεόπλασμα του παρελθόντος» (= 19ου αι. )[10], χρησιμοποιούμενον ακρίτως υπό τίνων λογοτεχνών (Εφταλιώτης, Κόντογλου)! Έτσι θα αποφευχθούν και ανοίκειες στην επιστήμη απολυτότητες, όπως η διακήρυξη του ιδίου Διδασκάλου, ότι δήθεν «ουδείς προ του 1850 είπεν ή έγραφε την λέξιν αυτήν, με την οποίαν θέλουν να αντικαταστήσουν τον Ελληνισμόν»[11]!

δ) Ουδείς όμως εχέφρων και ισορροπημένος ερευνητής θα ήθελε ποτέ να αντικαταστήσει τον κατά τον ίδιο διδάσκαλο «αναντικατάστατον Ελληνισμόν»[12] με το όνομα Ρωμηοσύνη, για τον απλούστατο λόγο, ότι οι όροι νοηματικά δεν συμπίπτουν σήμερα απόλυτα. Ο όρος «Ρωμηοσύνη» σημαίνει τον Ορθόδοξο Ελληνισμό, και μάλιστα στην οικουμενική εκδοχή του: Κάθε Ορθόδοξος πολίτης της Νέας Ρώμης, ανεξάρτητα από τη φυλετική καταγωγή του, είναι αυτοδίκαια «Ρωμαίος – Ρωμηός». Ενώ το όνομα «Έλλην», ταυτισμένο από τον 19ο αι. Με το «Ελληνικόν Κράτος», μπορεί με κάθε ευκολία[13] να αποδοθεί και στους μη Ορθοδόξους.

Όταν, συνεπώς, ο Ορθόδοξος Έλλην αυτοπροσδιορίζεται και με το (κρατικό πνευματικό και ποτέ φυλετικό) όνομα «Ρωμηός», δηλώνει την Ορθόδοξη ταυτότητα και συνείδησή του. Ουδεμία άρα σύγκρουση μπορεί να υπάρξει στη χρήση αυτών των ονομάτων. Τα ονόματα «Ρωμαίος» και «Έλλην» ταυτίσθηκαν στη μακραίωνη ιστορική τους χρήση και μόνο η λογιοσύνη έχασε κάποια ισορροπία στη χρήση τους. Όχι όμως ποτέ το ευρύ στρώμα του λαού και η πνευματική κιβωτός του, η πατερική Ορθοδοξία.

6) Για το όνομα Ρωμηός, τη σημασία του και την γραφή του, πολύ ενδιαφέρουσα είναι η θέση του ιστορικού καθηγ. Δημ. Ν. Κιτσίκη (Πρόλογος της γ’ εκδόσεως του έργου του: Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 19973).

Χρησιμοποιώ συστηματικά στο παρόν βιβλίο την λέξη «Έλλην» αντί του «Ρωμηός» ή «Ρωμιός» ή και «Γραικός». Παντού στον κόσμο η Ιστορία γράφεται με βάση τα υπάρχοντα κράτη της παρούσης στιγμής. Παρά ταύτα, στον Βυζαντινοθωμανικό κόσμο οι λέξεις «Ρωμαίος» ή «Ρωμηός» ήσαν καθιερωμένες. Όσο για την λέξη «βυζαντινός», αυτή είναι καθαρώς δυτικής προελεύσεως. Ιδού, φέρ’ ειπείν, τι γράφει επί του προκειμένου ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στον Χιώτη λόγιο Γ. Ζολώτα (1845-1906), την 1η Ιουλίου 1886: «Φίλε Ζολώτα, όσο και αν ηρεύνησα κατά τους κατά τον μέσον αιώνα ημετέρους ιστορικούς και χρονογράφους, δεν ηδυνήθην να εύρω εν αυτοίς το όνομα των Βυζαντινών ή Βυζαντίνων, όπως θέλεις. Μετεχειρίζονται τα ονόματα Ρωμαίοι, Γραικοί και, περί τα τέλη, Έλληνες… Φοβούμαι, λοιπόν, ότι το όνομα επλάσθη υπό των Δυτικών, ημείς δε το εχάψαμεν».

Στον πρόλογο του Γ’ τόμου της Ιστορίας του Ελληνικού έθνους (1872, έκδ. 1886, σελ. κα’), ο Παπαρρηγόπουλος παρατηρούσε πως «καλούμεθα σήμερον Έλληνες, τους δε εν ταις αυταίς χώραις κατά τον μέσον αιώνα πρωταγωνιστήσαντας ονομάζομεν Βυζαντινούς. Αυτοί όμως ούτοι δεν παρεδέχθησαν την προσηγορίαν ταύτην, αλλ’ εκάλουν εαυτούς Ρωμαίους, Γραικούς και, από της ΙΑ΄ εκατονταετηρίδος, Έλληνας. Το όνομα Βυζαντινοί δεν επεκράτησεν ειμή παρά τοις Έσπερίοις, συνδεθέν υπ’ αυτών μετά ποικίλων περιφρονητικών εκδοχών».

Πράγματι, μόνον το 1562, δηλαδή 109 χρόνια μετά την Άλωση, ο Γερμανός φιλόλογος Ιερώνυμος Βολφ (Hieronymus Wolf) χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τους όρους Βυζάντιο και Βυζαντινός για ν’ αναφερθεί στην Ιστορία της Αυτοκρατορίας, δανειζόμενος αυτές τις προσηγορίες στην ονομασία της Κωνσταντινουπόλεως κατά την αρχαιότητα και μέχρι το 330 μ. Χ., οπότε ο Κωνσταντίνος ο Μέγας της έδωσε το δικό του όνομα.

Αν και για λόγους πρακτικούς χρησιμοποιώ στο παρόν βιβλίο όχι μόνον τον όρο Βυζαντινή Αυτοκρατορία αλλά και τον όρο Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην ουσία ούτε και η δεύτερη τούτη ονομασία είναι σωστή, εφ’ όσον νομίμως ποτέ δεν υπήρξε άλλη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από αυτήν των Ελληνορθόδοξων. Η αξίωση του Καρλομάγνου, το 800 μ.Χ., να δημιουργήσει και πάλι μια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την οποίαν απεκάλεσαν οι Δυτικοί επί χίλια χρόνια «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς ως σφετερισμός τίτλου που επιχειρήθηκε από τους βαρβάρους Φράγκους. Οι δε βάρβαροι αυτοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ως Ρωμαίους τους νόμιμους κατόχους του τίτλου και αποκαλούσαν χλευαστικά την Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως «Ελληνική Αυτοκρατορία». Οι Καθολικές σταυροφορίες, που εγκαινιάσθηκαν στον 11ο αιώνα με στόχο την υποδούλωση των Ελληνορθοδόξων και όχι μόνον των Μουσουλμάνων, αύξησαν σημαντικά το μίσος των Φράγκων κατά των «δολίων Ελλήνων», όπως αρέσκοντο να τους υβρίζουν. Η δε ηθελημένη άγνοια εκ μέρους των δυτικόφιλων Ελλήνων για την ιστορία της χώρας τους οδηγεί στο σημείο όχι μόνον να χρησιμοποιούν το επίθετο Βυζαντινός με την υποτιμητική τον έννοια —π. χ. μιλούν και αυτοί για «βυζαντινές ίντριγκες»— αλλά και να θυσιάζουν στον βωμό της «Ενωμένης Ευρώπης» την ελληνική αξιοπρέπεια, αποδεχόμενοι ως ηγέτες του ελληνικού κράτους, στην πρώην πρωτεύουσα του σφετεριστή Καρλομάγνου, στο Άαχεν (Αίξ-Λά-Σαπέλ), βραβείο Καρλομάγνου, στην ίδια πόλη όπου το 802 (γρ. 809) αποφασίστηκε από τους καθολικούς η καθιέρωση του φιλιόκβε που τους χώρισε από τους Ορθοδόξους.

Αντιθέτως, κανένας λαός της Ενδιάμεσης Περιοχής, συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων, δεν αμφισβήτησε ποτέ και σε καμία περίπτωση την ιδιότητα του Ρωμαίου στους κατοίκους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο:

α) Η λέξη Ρωμηός (Ρουμ) εχρησιμοποιείτο για να κατονομάζονται οι άνθρωποι (φερ’ ειπείν ο Μεβλάνα Τζελαλεντίν Ρούμι) και οι θεσμοί (όπως η Αυτοκρατορία των Σελτζούκων του Ρουμ ή η Οθωμανική Αυτοκρατορία που απεκαλείτο, ακριβώς όπως η Βυζαντινή, Ντιγιάρι Ρουμ, δηλαδή η χώρα των Ρωμηών, ή τέλος ο ίδιος ο Οθωμανός σουλτάνος που έφερε τον τίτλο του Σουλτάνι Ρουμ, σουλτάνου των Ρωμηών), ώστε να υπογραμμισθεί ο κοινός πολιτισμός του χώρου που εκτείνεται στις δύο πλευρές του Αιγαίου, του χώρου των Ρωμηών.

β) Οι παραδοσιακοί κύκλοι στην Ελλάδα και ιδιαίτερα οι κύκλοι της Ορθοδοξίας, ως και η λαϊκή συνείδηση, πάντοτε προτιμούσαν την λέξη Ρωμηός αντί του Έλλην, εφ’ όσον ο Ρωμηός είναι πρωταρχικά ο Ελληνορθόδοξος που ως μητρική γλώσσα μπορεί να έχει την αρβανίτικη, την βουλγαρική, την τουρκική ή την αραβική. Έτσι αποτρέπονται οι αποσχιστικές τάσεις που βασίζονται στο γλωσσικό ιδίωμα και μόνον. Θυμάμαι έναν Τούρκο συνάδελφο που επέμενε να ικανοποιηθεί το αίτημα να χρησιμοποιείται η λέξη Έλλην για τους σημερινούς ελληνοφώνους, διότι έτσι τους απομάκρυνε από την βυζαντινή κληρονομιά τους και από τους Ρωμηούς του χώρου της Ενδιάμεσης περιοχής.

Πριν από την δυτικοποίηση της Ενδιάμεσης περιοχής οι Τούρκοι είχαν απόλυτο δίκαιο να χρησιμοποιούν, όπως και οι Έλληνες, μονάχα την λέξη Ρουμ – Ρωμαίος, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί σύγχυση με την ιταλική χερσόνησο. Αλλά μετά την δυτικοποίηση άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο «Ρωμέν» αντί του Ρουμ για τις ελληνικές αρχαιότητες της Μικρασίας, σαν να προήρχοντο από τους Ιταλούς της Ρώμης, ενώ και οι Έλληνες του κράτους των Αθηνών άρχισαν να μιλούν για ελληνικές αρχαιότητες στην Τουρκία ως διαφέρουσες από τις ρωμαϊκές ρωμαίικες. Για τον λόγο αυτό οι Έλληνες τουρίστες στην Τουρκία κατηγορούν τους Τούρκους ξεναγούς ότι επίτηδες χρησιμοποιούν τον όρο «ρωμαϊκές αρχαιότητες» αντί του όρου «ελληνικές αρχαιότητες», για να αρνηθούν την ελληνική προέλευση των αρχαιοτήτων. Είναι συνεπώς σαφές πως η δυτικοποίηση ευθύνεται για την αντιδίκια Ελλήνων και Τούρκων, οι οποίοι χρησιμοποιούν ο ένας κατά του άλλου όρους των Φράγκων εχθρών τους. Προτείνω συνεπώς, για να παύσει αυτός ο πόλεμος των λέξεων, να χρησιμοποιηθεί ο σημερινός όρος Ελλην – Γιουνανλί για να χαρακτηρισθεί η ιστορία των Ρωμαίων – Ρωμηών, με την διευκρίνηση όμως ότι εννοούμε ως «Έλληνες» στην Βυζαντινοθωμανική Αυτοκρατορία όχι αυτούς που ομιλούν Ελληνικά, αλλά όσους ανήκουν στην Ορθοδοξία, στο μιλλέτι των Ορθοδόξων, είτε αυτοί είναι Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι, Αλβανοί, Άραβες είτε Τούρκοι. […]


Σημειώσεις

[1]    Ν. Β. Τωμαδάκη, «Η αδόκιμος Ρωμιοσύνη και η υπόδουλος Ρωμηοσύνη», ΕΕΒΣ, τ. 44 (1979-80), σ. 330.

[2]    Βλέπε Π. Γ. Δ. Μεταλληνού, «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και Ρωμηοσύνη (Έλεγχος θέσεων της Δυτικής Ιστοριογραφίας)», στον τόμο Ελληνισμός Μετέωρος, Αθήνα 1992, σσ. 74-86.

[3]    Βλέπε Κ. Θ. Δημαρά, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1993, σ. 404.

[4]    π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Πολιτική και Θεολογία, Κατερίνη 1990, σ. 51 ε. ε.

[5]    Γεώργιος Τυπάλδος Iακωβάτος, Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας, έκδοση – εισαγωγή – σχόλια Σπύρος I. Ασδραχάς, Αθήνα 1982.

[6]    π. Γ. Δ. Μεταλληνού, όπ. π. , σ. 78 ε. ε.

[7]    Μπάρμπα Παντζελιού, Το τραγούδι τού Δασκαλογιάννη. Εισαγωγή-Σχόλια Βασ. Λαούρδα, Ηράκλειον Κρήτης 1947. Κατά τον εκδότη είναι «ένα από τα πιο αξιόλογα έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (σ. 7).

[8]    Βλέπε Βασ. Λαούρδα, όπ. π. , σ. 13.

[9]     Περί το 335 γράφει ο Μ. Αθανάσιος, Ιστορ. Αρειαν., Προς Μοναχούς Ε’, 35: «μητρόπολις η Ρώμη της Ρωμανίας εστίν».

[10]   Ο Ν. Τωμαδάκης μιλεί ακόμη για «ανύπαρκτον όρον Ρωμιοσύνη» (όπου π., σ. 330)!!!

[11]   Στο ίδιο.

[12]   Ν. Β. Τωμαδάκη, «Ο αναντικατάστατος Ελληνισμός», επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών, τ. Β΄ (1981-82), σσ. 83-91.

[13]   Σ’ αυτό συνετέλεσε η κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 ταύτιση του ονόματος Έλλην όχι με το «Ορθόδοξος», αλλά με το γενικότερο «Χριστιανός» από την πολιτική ηγεσία (π. χ. Θεόδ. Νέγρης), για την προσέλκυση των δυτικών Δυνάμεων.

πηγή