Απίστευτη απόδραση απ’ τα ματωμένα χώματα

Σούσουρο μεγάλο ξέσπασε στις μαούνες. Ήρθε να μας επισκεφτεί ένας Εγγλέζος αξιωματικός με τη συνοδεία του.

— Τι ζητάει ο ναύαρχος;

— Πώς ήταν και κόπιασε;

— Ρωτήστε τον…

— Πέστε του…

Ο καθένας πετούσε και μια καυτή ερώτηση, κάποιο παράπονο, μίαν ικεσία. Μας έκαιγε όλους η αγωνία για το τι μας περιμένει.

— Τι θ’ απογίνουμε, αυτό να μας πει. Ο δραγουμάνος του μας αποκρίθηκε:

— Αυτό θέλει να εξετάσει και κείνος. Πού θα θέλατε να πάτε;

— Μακριά από τη σφαγή! Θέλει και ρώτημα; φωνάξαμε όλοι μαζί.

Μερικοί πιάσανε το δραγουμάνο απ’ το σακάκι.

— Γι’ άκουσε! Πες του να μας πάει Σάμο, Χίο, Μυτιλήνη. Να μπορούμε να γυρίσουμε γρήγορα σαν περάσει το κακό…

— Καλά, είπανε και φύγανε.

Με το σούρουπο οι Τούρκοι κάνανε στόχο τις μαούνες. Χτυπήσανε κάμποσες φορές. Είχαμε λαβωμένους και δυο νεκρούς. Όλη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι.

— Μωρέ, κάτι τρέχει. Κάτι άλλαξε!

Τις αυγές ήρθανε ρυμουλκά και τραβήξανε τις μαούνες. Δεν αργήσαμε ν’ αντιληφτούμε πως τα ρυμουλκά δεν ήταν εγγλέζικα, μα τούρκικα.

— Τούρκοι μέσα στα ρυμουλκά! ακούστηκε.

— Τούρκοι;

— Τούρκοι!

— Μας πάνε για σφαγή!

— Φωνάξτε, να πάρουν χαμπάρι οι στόλοι! Τούρκοι! Τούρκοιοί!

Οι μάνες ψάχνανε για τα παιδιά τους, τ’ αγκαλιάζανε και σπαράζανε. Τα παιδιά λες και τα ‘πιασε παροξυσμός. Τρέμανε, τσιρίζανε. Οι άντρες τρέχανε άσκοπα εδώ κι εκεί. Λύνανε και δένανε μπόγους, πασχίζανε να σκεφτούνε.

— Μας ξεπουλήσανε!

— Π’ ανάθεμα τους!

– Ναύαρχε! Τι κάνεις;

— Ναύαρχε! Σώσε μας!

— Για όνομα του Χριστού! Μη μας αφήστε! Έχουμε μωρά μαζί μας! Έχουμε γερόντους, κορίτσια!

— Είστε υπεύθυνοι!

— Ναύαρχε! Ναύαρχεεε!

Τα τούρκικα ρυμουλκά συνεχίζανε το δρόμο τους. Τότε, μέσα στον πανικό που ξέσπασε, χιλιάδες άνθρωποι πέσανε στη θάλασσα κοπαδιαστά! Μαύρισε το νερό. Ο ένας πιανότανε απ’ τα μαλλιά, απ’ το λαιμό του αλλουνού και πνιγόντανε. Γαντζώνανε στα πολεμικά να σωθούνε και δεχόντανε ζεματιστά νερά και χτυπήματα με λοστούς και ξύλα. Όσοι δε χάσαμε την ψυχραιμία μας και μείναμε στις μαούνες έτοιμοι να παλέψουμε με τη μοίρα μας, είχαμε περσότερη πίστη στη θηριωδία των Τούρκων παρά στο έλεος των συμμάχων.

Ένας αξιωματικός έδωσε διαταγή να δέσουνε τις μαούνες στους χαλκάδες της παραλίας και να βάλουνε ολόγυρα φρουρά. Κάθε μια δυο ώρες θρασεμένοι ζεϊμπέκοι με κόκκινα ζουνάρια, φορτωμένοι κουμπούρια και χατζάρες μπουκάρανε και ξαφρίζανε το άνθος των νιάτων.

— Εσύ! Κι εσύ! Κι εσύ!

Χερούκλες απλώνονταν πάνω σε λιμπιστερά παλικάρια και σε όμορφα κορίτσια. Τα σέρνανε πίσω απ’ το Τελωνείο, και πιο πέρα τα βιάζανε και τα εκτελούσανε. Έτσι έγινε με την Αφρούλα και με τη Ρέα, μια μαθητριούλα δεκατεσσάρω χρονώ. Η γιαγιά της Αφρούλας, καλότυχη, με το που είδε να πιάνουν το κορίτσι έμεινε στον τόπο. Μα η μάνα της Ρέας σπάραζε κι έσκιζε τα μάγουλά της κι έτρεχε πίσω τους:

— Αφήστε το κοριτσάκι μου! Εμένα πάρτε!

Τα ματωμένα δάχτυλά της τσάκωσαν το μπλουζάκι της και το ξέσχισαν.

— Κοιτάχτε! έκανε κι έδειχνε το στήθος της σαν υπόσχεση. Εμένα πάρτε! Όχι αυτό! Κοριτσάκι μου, Ρέα μου!

Κανείς δεν ήτανε πια σε θέση να νιώσει συγκίνηση για την τύχη του διπλανού του! Τρία μερόνυχτα μας κρατήσανε οι Τούρκοι στις μαούνες και τα τρία μερόνυχτα δε σταματήσαμε να παίζουμε με το θάνατο ένα φοβερό κρυφτούλι. Συμφωνήσαμε μ’ έναν πατριώτη μου να κρατούμε βάρδιες όλη νύχτα, έτσι που να μη μας ξεφεύγει καμιά κίνηση των Τούρκων. Κάθε φορά που ψάχνανε ένα χώρο, εμείς γλιστρούσαμε σ’ αυτόν και τους ξεφεύγαμε.

Την τέταρτη μέρα ήρθε ένας αξιωματικός και είπε:

— Ν’ αδειάστε τις μαούνες. Τραβάτε στη στεριά! Τρέξαμε να φύγουμε. Πιστεύαμε πως κάθε μετακίνηση έκρυβε κάποιαν ελπίδα.

— Στο νεκροταφείο! Πάμε στο νεκροταφείο. Δεν πατούν εκεί Τούρκοι. Σκιάζονται!

Πήγαμε στο νεκροταφείο. Ούτε σπιθαμή να σταθείς. Είχανε προλάβει άλλοι, πριν από μας, και πήρανε την πρωτοκαθεδρία. Βγάλανε απ’ τους τάφους λιωμένους κι άλιωτους νεκρούς και βάλαν οι ζωντανοί τα στρωσίδια τους και τα παιδιά τους. Γυναίκες γεννούσανε πρόωρα. Είχε διαδοθεί στους γύρω μαχαλάδες: «Οποία είναι για γέννα, στο νεκροταφείο. Παραστέκουνε και γιατροί!». Γερόντισσες βράζανε νερά για τις λεχώνες με προσάναμμα κόκαλα πεθαμένων!

— Δεν είναι τόπος να σταθούμε, έκανε η αδερφή μου κι όλοι συμφωνήσαμε.

Με δυσκολία ανοίγαμε δρόμο να φύγουμε. Πάνω σ’ ένα μνήμα μια γυναίκα ξαπλωμένη τα μπρούμουτα, χτυπούσε με τις γροθιές της τη μαρμαρένια πλάκα και φώναζε στον άντρα της:

— Βρασίδα! Πού είσαι να δεις τι σου κάνουν το κοριτσάκι σου! Τ’ αγνό σου κοριτσάκι, Βρασίδα! Το ατιμάσανε! Στρατός… λεφούσι πάνω στο κορμάκι του! Βρασίδα, σήκω! Αναστήσου! Έλα να μας παρασταθείς. Βρασίδα!

Φύγαμε. Ψάχναμε σ’ όλη την Πούντα να βρούμε μια γωνιά να σταθούμε. Όπου κι αν μπαίναμε, σε σκολειά, εκκλησιές, εργοστάσια, αποθήκες, όξω στους ανοιχτούς ταρλάδες, παντού, χιλιάδες πρόσφυγες περιμένανε να δούνε τι θ’ απογίνουνε. Πουλητάδες και μαυραγορίτες Τούρκοι και Εβραίοι εμπορευότανε τη γουλιά το νερό, τη σταγόνα το λάδι, τις κονκάρδες με τη φιγούρα του Κεμάλ, τις σημαιούλες και τα περιβραχιόνια με την ημισέληνο!

— Πάρτε να σωθείτε!

Σ’ ένα εργοστάσιο ανταμώσαμε πατριώτες και φίλους και μας κάνανε λίγη θέση ν’ ακουμπήσουμε. Ήμασταν ψόφιοι. Είπαμε πως θα κοιμηθούμε και δε θα ξυπνήσουμε. Όμως μόλις ξαπλώσαμε το μάτι στυλώθηκε. Τα ντουβάρια των καμένων σπιτιών κατρακυλούσανε μέσα στη νύχτα. Τουφεκιές κι ομοβροντίες κάθε λίγο και λιγάκι γαζώνανε τη σιωπή…

— Αυτές εδώ είναι εκτελέσεις! μας εξηγούσανε οι παλιοί και τρέμανε.

— Ψες μπήκανε Τούρκοι στην καρσινή αποθήκη να πάρουνε… άρχισε να διηγιέται ο χωριανός μας ο μπαρμπα-Κωστής. Τα παιδιά του μακαρίτη του Αντώνη Μάντζαρη, ο Δημητράκης και η Μαρία, μόλις ακούσανε πως έρχονται Τούρκοι τρομάξανε, γιατί θυμηθήκανε το σφαγμένο πατέρα τους και χωθήκανε μέσα στο σωρό τα κάρβουνα, να κρυφτούνε. Η μάνα τους είχε βγει όξω προς νερού της. Ακούει πως πλάκωσαν οι Τούρκοι. Τρέχει μέσα να προστατέψει τα παιδιά. Τα γυρεύει δώ, τα γυρεύει κει˙ αλαφιάζεται. Κείνα τήνε βλέπουνε και την ακούνε μα δε βγάζουνε τσιμουδιά όσο οι Τούρκοι στέκουν εκεί. Η έρμη η μάνα τρελαίνεται, παίρνει τσί δρόμοι, ψάχνει, σκούζει, χτυπιέται: «Τα παιδιά μου, καλέ! Μην είδατε τα παιδιά μου, για όνομα του Θεού! Ωχ μου τα πήρανε! Τι τήνε θέλω τη ζωή; Τα παιδιά μου! Τα παιδιά μου!» Βάζει μια τρεχάλα για τη θάλασσα, πέφτει και πνίγεται! Τα ορφανά, σαν εβγήκανε απ’ το κάρβουνο, κλαίγανε τη μάνα τους και την ερημιά τους…

Αγρυπνούμε. Μερικοί που βγήκανε για την ανάγκη τους γυρίζουνε τρομαγμένοι.

— Κάτι θα γίνει! Ασκέρι έζωσε τις φάμπρικες. Ίσως μας σηκώσουνε! Ποιος ξέρει!

Το πρωί μπήκανε στρατιώτες στο εργοστάσιο. Πιάσανε τους άντρες. Διαταγή, λέει, του Νουρεντίν πασά: Όλοι οι άντρες από 18 χρονώ μέχρι 45, θα μείνουνε αιχμάλωτοι, να ξαναχτίσουνε ο,τι χαλάσανε! Οι άλλες ηλικίες καθώς και τα γυναικόπαιδα θα φύγουνε με τα βαπόρια.

— Ν’ αδειάσει ο τόπος απ’ τους γιουνάνηδες! Καμιά μάνα δε θέλει να παραδεχτεί πως τ’ αγόρι της είναι 18 χρονώ. Καμιά γυναίκα πως ο άντρας της είναι κάτω από πενήντα. Κλαίνε, δέρνονται. Η δική μου μάνα, αδάκρυτη, με τα χέρια πεφτάτα, στέκει μαρμαρωμένη. Σκύψαμε με τον Κώστα και τήνε φιλήσαμε, όπως φιλάς κάτι που δε θα το ξαναδείς.

— Μάνα, της είπα, μη σκιάζεσαι. Θα γυρίσουμε… Πρόλαβα κι είδα ν’ αστράφτει άγριο το μάτι της.

Το μπαμπακιασμένο χείλι της έπιασε να τρέμει ασταμάτητα. Ο Κώστας έκλαψε. Σαν να το ‘ξερε πως δε θα ξαναγυρίσει, όπως δεν ξαναγύρισε κι ο Σταμάτης μας…

— Έχε γειά, μάνα!

— Θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια; Δε φεύγουμε;

Ο λόγος του ξεμούδιασε το μυαλό μου. Σκέφτηκα. Ναι. Θα φύγουμε. Τούτα τα μέρη τα ξέρουμε σπιθαμή τη σπιθαμή. Θα περάσουμε από τον Κιρκιντζέ. Θα κατηφορίσουμε στη θάλασσα. Θα βγούμε στο Τσαγκλί που αντικρίζει τη Σάμο… Ο Πάνος έκανε κι αυτός σχέδια.

— Θα φύγουμε μπρος απ’ τα μάτια τους και χαμπάρι δε θα πάρουνε. Θα δεις…

μας νιώσανε, φτερακούσανε. Δε χάσαμε καιρό˙ τα κατατόπια τα ξέραμε. Ό,τι ζητήσαμε το βρήκαμε. Πριν φύγουμε ο Πάνος με σταμάτησε.

— Για βάστα, έκανε, λαχτάρησα να μασήσω κρέας! Τρέχει τσακώνει δυο κότες˙ βγάζει μαχαίρι να τις σφάζει μήπως και κακαρίζουνε στο δρόμο. Μα γίνεται κίτρινος, τρέμει το χέρι του˙ τις παρατάει.

— Δεν μπορώ, κάνει. Πάμε!

Μόλις φτάσαμε στο δάσος, βρήκαμε μιαν απόμερη σπηλιά να ξαποστάσουμε. Δοκιμάσαμε τα τουλούμια μήπως και χάνουν αέρα. Ύστερα καθίσαμε να φάμε τα κριθαρένια παξιμάδια και τα ξερά σύκα του φίλου μας του Σεφέρογλου. Ήπιαμε ρακί, στρίψαμε τσιγάρο.

Ξαναπήραμε τη στράτα. Βγήκαμε σε μιαν έρημη παραλία. Ανάμεσα Τσαγκλί και Σάμο είναι ένα ερημονήσι. Αν καταφέρουμε και φτάσουμε ζωντανοί ίσαμε κει, ύστερα ένα σάλτο είναι πια η Σάμο. Θα κάνουμε σινιάλα στους ψαράδες. Θα φωνάξουμε.

Ένας ήταν ο κίνδυνος˙ μήπως προλάβανε οι Τούρκοι και βάλανε φυλάκια.

Αυγές ζυγώσαμε τη θάλασσα˙ η αγωνία μας κορυφώθηκε. Κάθε ήχος μας αλάφιαζε. Κάποια στιγμή ακούσαμε κουβέντες. Μπροστά μας ήταν ένας βάλτος˙ χωθήκαμε μέσα στη λάσπη. Ο Πάνος δεν άντεξε πολύ. Έβγαλε το κεφάλι του και σαν είδε πως προσπέρασαν οι Τούρκοι, μ’ ανάσυρε κι εμένα. Κρυφτήκαμε πίσω από βράχια. Αέρας τάραζε τη θάλασσα και την έκανε να σπάζει με θόρυβο πάνω στις πέτρες.

Φουσκώσαμε γρήγορα τα τουλούμια κι ετοιμαστήκαμε να πέσουμε. Την ύστατη στιγμή ο φίλος μου δείλιασε. Δεν είχε ξαναμπεί στο νερό. Για να του δώσω κουράγιο, έπεσα πρώτος και με ψηλά τα χέρια του ‘δειξα πως τα τουλούμια με σηκώσανε στον αφρό. Στεριανός ήμουνα κι εγώ, όμως είχα μπει σε θάλασσα πολλές φορές στο Κουσάντασι και στη Σμύρνη. Του εξήγησα πως με τα τουλούμια δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα.

— Πέσε! του φώναξα. Μη χάνουμε καιρό.

Ο Πάνος, που δεν είχε τίποτα σκιαχτεί στη ζωή του, έτρεμε μπρος στη θάλασσα. Έκανε δυο βήματα μπρος και δέκα πίσω. Αναγκάστηκα να ξαναβγώ στη στεριά.

— Δεν μπορώ! Δεν έρχομαι! θα ‘χουνε φυλάκιο οι Τούρκοι στο νησί.

— Αχ, μωρέ Πάνο, εσύ τα λες αυτά! Εσύ; Θα τους ριχτούμε, θα τους τσακώσουμε απ’ τ’ αχαμνά! Θα τους στραμπουλίξουμε! Θα τους αρπάξουμε τα όπλα. Έλα! Άλλη ευκαιρία δε θα ξαναβρούμε. Βιάσου! Κουνήσου!

Μουλάρωσε, σφήνωσαν τα πόδια του στα βράχια˙ δεν έκανε βήμα. Τον πλησίασα, τον καλόπιασα, του αγρίεψα, τον έσυρα με το ζόρι, τίποτα˙ παρά τρίχα να ‘ρθούμε στα χέρια. Δεν ήξερα τι να κάνω. Η ώρα περνούσε.

— Τι κάθεσαι; φώναξε μπουρινιασμένος. Δε σε κρατάω εγώ. Πάαινε!

Γύρισα και τον κοίταξα.

— Μπρέ, Πάνο! Κρίμα!

Κατέβασε το κεφάλι του. Τοιμάστηκα να πέσω στο νερό. Η καρδιά μου ήτανε βαριά.

— Γεια σου! είπα. Τον έπιασε συγκίνηση.

— Αν πετύχεις βάρκα και μπορέσεις, έλα πάρε με.

Θα στέκω εδωνά, να σε περιμένω. Αν φύγω, πα να πει πως κάτι τρέχει, κάποιος κίνδυνος. Μη ζυγώσεις τότες και καείς.

Κατάλαβα πως έσπασε˙ δε θα μ’ ακολουθήσει.

Έπεσα στη θάλασσα. Το κύμα με δυσκόλευε. Κουνούσα αδέξια χέρια και ποδάρια. Η ανάσα μου έβγαινε λαχανιαστή. Ήξερα πως έπρεπε να κουμαντάρω και νεύρα και κινήσεις. Το μάτι μου τώρα έτρωγε το ξερονήσι. Τι θα βρω μπροστά μου;

Είχαν φυλάκιο οι Τούρκοι; Άμα ζύγωσα, νόμισα πως θα λιποθυμήσω απ’ την κούραση. Δυσκολεύτηκα να ‘ρθώ στα συγκαλά μου. Άρχισα να σκαλώνω προσεχτικά. Αφτί, μάτι, νεύρα, όλα τεντωμένα. Άκουσα θόρυβο και στάθηκα. Σαν να χαρχαλεύανε ξερά κλαριά. Είπα ν’ ανεβώ στην κορφή ν’ αντιληφτώ τι γίνεται. Μπουσουλούσα. Το σούσουρο μεγάλωνε. Κρύος ιδρώτας με περίλουζε. Ζερβά μου, στον γκρεμνό, βλέπω από μια κουφάλα να ξεμπουκάρουν κάμποσοι γλάροι. «Ααχ!» ανάσανα!

Το νησί ήταν έρημο. Έψαξα όλες τις μπάντες. Προχώρησα λεύτερα, με μεγάλες δρασκελιές. Σκάλωσα στο πιο φανερό ύψωμα και ξαγνάντευα τη θάλασσα κατά τη Σάμο. Ένα μίλι με χώριζε απ’ την Ελλάδα. Άρχισα να κουνάω ένα άσπρο ζουνάρι. Τα μάτια μου τρώγανε τις θάλασσες. Η ώρα περνούσε. Μ’ έπιασε λιγούρα.

Η θάλασσα ωστόσο μπουνατσάριζε. Δε γίνεται, σκεφτόμουνα, κάτι θα φανεί, κάποια ψαρόβαρκα, κάποια βενζίνα. Στην ανάγκη θα πέσω πάλι στη θάλασσα, θα πάω κολυμπώντας. Αν είχε ‘ρθεί …ο Πάνος μαζί, όλα θα μου φαίνονταν εύκολα.

Το μάτι μου πήρε ένα μαύρο σημαδάκι στον ορίζοντα. Έμοιαζε με πουλί. Όχι, δεν ήτανε πουλί, ήτανε βράχος. Όχι, ούτε βράχος. Κουνιέται! Κουνιέται! Είναι πλεούμενο. Είναι ψαρόβαρκα. Έχει λάσκα το πανί. Έχει κουπιά. Ναι, κουπιά.

— Ε! Ε! Ε!

Άρχισα να φωνάζω. Κουνούσα το άσπρο ζουνάρι. Σφύριζα. Με είδανε; Μ’ ακούσανε;

Είπα μήπως σκιαχτούν και γυρίσουνε πίσω. Κι έτρεξα χαμηλά στις ξέρες. Φόρεσα τα τουλούμια κι έδωσα ένα σάλτο στα βαθιά νερά. Η βάρκα όλο και ζύγωνε. Άρχισα να μουδιάζω. Σφίχτηκα.

Όταν μ’ ανασύρανε οι ψαράδες δεν είχα πνοή. Η μιλιά μου δεν έβγαινε. Ένιωθα μόνο τα καυτά μου δάκρυα στα μάγουλα. Μου δώσανε νερό. Συνήρθα. Είπα στους δυο ψαράδες πως βρέθηκα στο ξερονήσι. Τους παρακάλεσα να πάμε πίσω να πάρουμε το φίλο μου. Σωπαίνανε. Ο μεγαλύτερος, που τον λέγανε Λέαντρο, μου λέει:

— Γι’ άκου, πατριώτη, ξηγημένες, παστρικές κουβέντες. Στα τούρκικα νερά δε ζυγώνουμε. Καταλαβαίνεις; Έχω δέκα παιδιά να θρέψω! Ποιος Θεός το θέλει να ορφανέψουνε για να σωθεί μια ψυχή! Δεν πάω.

Ο άλλος συμφώνησε. Πιάσανε κι οι δυο τα κουπιά και κάνανε πίσω. Τους είπα τις τελευταίες κουβέντες του Πάνου.

— Θα μας προφυλάξει, δε θα καούμε… Κι εγώ τη θέλω τη ζωή μου. Λέτε να μην τήνε θέλω, ύστερα απ’ όσα τράβηξα;

— Μη χάνεις τα λόγια σου. Κι ίσαμε δω που ήρθαμε, ήτανε μεγάλη κουτουράδα!

Όλη τη φούρκα τους τη βάλανε στο κουπί. Όταν είδα πως ξεμακραίνουμε, το μυαλό μου μπήκε σε κίνηση˙ πηδούσε από λύση σε λύση. Τον Πάνο μια φορά δε θα τον αφήσω. Αυτός μ’ έσπρωξε να το σκάσουμε, μαζί τα ξεκεφαλιώσαμε ίσαμε το Τσαγκλί. Πήρα μιαν απόφαση στα γρήγορα. Έπεσα στη θάλασσα. Τα τουλούμια είχανε κάπως ξελασκάρει. Πάλευα με το νερό. Οι ψαράδες παρατήσανε τα κουπιά σαν μετανιωμένοι. Τα χείλια του Λέαντρου σουρώσανε και τα μάτια του μισοκλείσανε. Μασούλαγε, όλος νεύρο, το τσιγάρο του κι αναμετρούσε την απόσταση. Ύστερα γύρισε απότομα στο σύντροφο του!

— Βρε Γληγόρη, τι λες, βρε; Πάμε;

— Και δεν πάμε, έκανε ο Γληγόρης.

— Πάμε, …! Πάμε, που να μην έσωνα να ‘βγαινα σήμερις!

Πήγαμε. Ο Πάνος μόλις μας είδε, έκανε σαν τρελός. Μας φάνηκε σαν ψέμα που σωθήκαμε!

Πηγή: Διδώ Σωτηρίου, «Ματωμένα Χώματα» Μυθιστόρημα, 62η έκδοση, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1994

πηγή