Δεν μπορεί κανείς να μου πάρει την αξιοπρέπει​α

sad-header

Κάπου είχα διαβάσει μια ινδική παροιμία, η οποία λέει πως ο άνθρωπος έχει πραγματικά στη ζωή του μόνο αυτά που δεν μπορεί να χάσει σε ένα ναυάγιο.

Και ποια είναι τα πράγματα που δεν χάνεις σε ένα ναυάγιο; Μόνο ότι δεν έχει σχέση με την ύλη και κατ’ επέκταση με την απληστία.

Μετά από μία πολύ δύσκολη ημέρα στη δουλειά και όντας απλήρωτος τρείς μήνες, με τον φόβο της αβεβαιότητας του αύριο δηλαδή της επιβίωσης της οικογενειάς μου, όταν γύρισα σπίτι ανέβηκα σε κακή ψυχολογική κατάσταση στην ταράτσα. Ξέχασα να κλείσω το πορτάκι και, όπως καθόμουν στην αγαπημένη μου πλαστική καρέκλα που έχω αγοράσει προ δεκαετίας από τους πλανόδιους αθίγγανους, με περικύκλωσαν τα σκυλιά μου.

Η αγάπη τους και η κόντρα ποιο θα με γλείψει περισσότερο στα χέρια με ισορρόπησαν. Ταυτοχρόνως με χάιδευε η θαλασσινή αύρα, ενώ στο πεύκο είχαν στήσει τη δική τους συναυλία τα τζιτζίκια και τα κοτσύφια. Μαζί τους προσπαθούσε να μπεί στην «ορχήστρα» και το παπαγαλάκι μου ο Ούνκας για ένα τελευταίο τιτίβισμα πριν σπάσει το φράγμα της απέραντης γαλήνης.

Συνειδητοποίησα τότε ότι κανείς δεν θα μου «κλέψει» ποτέ την αξιοπρέπεια και την όποια καλοσύνη και ευγένεια απόκτησα στο πέρασμα της ζωής μου μέχρι σήμερα. Και, να πάρει η ευχή, μπορώ να ζήσω με ελάχιστα χρήματα. Αρκεί να έχω δουλειά για τα απολύτως στοιχειώδη. Ένα πιάτο φαί για την οικογένεια και τα σκυλιά μου, το ενοίκιο, τους λογαριασμούς ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, το κινητό, τη βενζίνη για τη μοτοσικλέτα.

Στο δικό μου «ναυάγιο», λοιπόν, δεν έχω να χάσω τίποτα. Αλλοίμονο σε αυτούς (στην πλειονότητά τους) τους ελεεινούς πολιτικούς. Οι οποίοι ακόμη και σήμερα -όπως ο Πολύδωρας- διορίζουν τις κόρες τους στις λίγες ώρες που προλαβαίνουν, γιατί γνωρίζουν εκ των προτέρων τη διάρκεια της θητείας τους. Αλλοίμονο στον Τσοχατζόπουλο, ο οποίος περνά τώρα τα γηρατειά του (έστω κι αν κάποτε η Δικαιοσύνη τον αποφυλακίσει) σε ένα κελί στον Κορυδαλλό.

Εγώ, τουλάχιστον, δεν θα πάω ποτέ φυλακή και την πλαστική καρέκλα των δύο ευρώ που κάθομαι δεν θα την άλλαζα με δέκα χρυσές απ’ αυτές που είχε στο παλάτι του ο πρώην υπουργός.

Μπορεί, λοιπόν, να μην ξέρω αν θα πάρω σύνταξη, αλλά γεννήθηκα, ζω και θα πεθάνω κάποτε τίμιος. Μπορεί να μην κοιμάμαι από την αγωνία αν αύριο θα έχω δουλειά, αλλά περπατάω με αξιοπρέπεια. Και δεν δέχομαι τη χλεύη εκατομμυρίων ελλήνων όπως η δημόσια υπάλληλος με τις τραπεζικές καταθέσεις των 8.000.000 ευρώ και την τεράστια ακίνητη περιουσία. Μπορεί να καταδικαστώ σε μία φτωχική ζωή, όμως δεν θα χάσω ποτέ την αρετή της καλοσύνης. Μπορεί ο πατέρας μου να μην ήταν πρόεδρος της βουλής, αλλά με έμαθε τι θα πει να είσαι άντρας και να έχεις ελληνικό φιλότιμο.

Στο δικό μου «ναυάγιο» – το ναυάγιο μιάς ολόκληρης χώρας, μιάς ολόκληρης κοινωνίας, τουλάχιστον σώζονται τα τρία πιο πολύτιμα πράγματα: Τιμιότητα, αξιοπρέπεια, καλοσύνη.

πηγή

Έκτακτο Παράρτημα